fbpx
Connect with us

ΘΕΑΤΡΟ

«Μισάνθρωπος»: Η dream team του ελληνικού θεάτρου επί σκηνής.

Ηταν, χωρίς καμία αμφιβολία, από τις πλέον αναμενόμενες παραστάσεις, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες, αυτής της σεζόν. Οχι μόνο επειδή θα ξαναβλέπαμε ένα από τα σημαντικότερα (ή μήπως το πιο σημαντικό) έργα του Μολιέρου, τον «Μισάνθρωπο», αλλά και επειδή σ’ αυτή την παράσταση  -που παρουσιάζεται από τις 10 Μαρτίου στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου– συνυπάρχουν, από διαφορετικές θέσεις, δύο από τους πιο ταλαντούχους Ελληνες σκηνοθέτες: ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, που υποδύεται τον Μισάνθρωπο και ο Γιάννης Χουβαρδάς που σκηνοθετεί την παράσταση. 

Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού έχει στηθεί το πλήρες αποτύπωμα της χλιδής, της
κραιπάλης, της επίδειξης μέσω μιας αδιάφορα βαρύγδουπης αισθητικής, που παραπέμπει σε
ηθελημένη απουσία γούστου (σκηνικά Εύα Μανιδάκη). Βρισκόμαστε σε μια πολυτελή
μεγάλη σάλα, με ξύλινη επένδυση, με δεκάδες μισοάδεια μπουκάλια και ποτήρια παντού
ε ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν ασκόπως, χορεύουν κραυγαλέα ή μισομεθυσμένα.

Σταθερά στο χώρο είναι δύο άνθρωποι: ένας μπάτλερ (Γιάννης Βογιατζής) που γυαλίζει
αμήχανα τα κουμπιά του κοστουμιού του, ακολουθώντας κατά πόδας και συμπάσχοντας με ένα
άλλο πρόσωπο, που μοιάζει με τον κύριο του σπιτιού, που διαφέρει από όσους
μπαινοβγαίνουν, και στο στήσιμο και στην εμφάνιση.

Κι αυτός αμήχανα και θυμωμένα φέρεται, προσπαθώντας σε κάποιες στιγμές να
συνετίσει ένα ξεσαλωμένο κορίτσι, που μοιάζει να τον αφορά… Είναι ο Αλσέστ,
το βαφτιστικό όνομα του Μισάνθρωπου.

Η παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά έτσι ξεκινά, με απουσία λόγου, μόνο με τη γλώσσα των σωμάτων, και τη γλώσσα του βίντεο, που προβάλλεται σε τρία σημεία: σε μια παλιά τηλεόραση-έπιπλο,
στον τοίχο στο βάθος της σκηνής και στη «μετώπη» της Κεντρικής Σκηνής. Αλλά ήδη μας έχει
εντάξει σ’ ένα περιβάλλον, όπου διακρίνονται η ελαφρότητα, η υπερβολή, η σάχλα, η κενότητα.
Και κάπου εκεί αρχίζει ο λόγος του Μολιέρου και ο λόγος της Χρύσας Προκοπάκη.

Η οποία μετέφρασε έμμετρα τον «Μισάνθρωπο», πρώτα για την ιστορική παράσταση
του Λευτέρη Βογιατζή, το 1996. Ξαναδούλεψε τη μετάφραση για την τωρινή παράσταση
του Γιάννη Χουβαρδά, με απόλυτη θεατρική και κειμενική ευστροφία και ευαισθησία, και το
αποτέλεσμα της δουλειάς της, εκτός του ότι το απολαύσαμε στην παράσταση, κυκλοφορεί από τις
εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης, σ’ ένα κομψότατο τομίδιο. 

Ο Αλσέστ εκφράζει την αγανάκτησή του στον φίλο του τον Φιλέντ, για τον κόσμο που  αναγκαστικά συναγελάζεται, προτάσσοντας τον θυμό, την επιθετικότητα και την αυστηρή κριτική για συμπεριφορές και πράξεις που πιστεύει αταλάντευτα ότι τον προσβάλλουν νοητικά, ηθικά ή αισθητικά.

Ο Φιλέντ (Χρήστος Λούλης) από την άλλη, είναι ο άνθρωπος που θέλει να αποφεύγει
τις συγκρούσεις, επιδιώκει τις ισορροπίες, αντιλαμβάνεται την ποταπότητα
των συμπεριφορών γύρω του,υιοθετεί τη μετριοπάθεια σαν στάση ζωής, και δεν
κατανοεί τις μετωπικές επιθέσεις του Αλσέστ, σαρκάζοντας την απολυτότητά του,
αλλά διατηρώντας ταυτόχρονα και το βαθύ αίσθημα της φιλίας.

Και είναι αυτό ένα από τα πρώτα σημαντικά διλήμματα που θέτει στον θεατή ο «Μισάνθρωπος».
Θα ταυτιστεί με τον Φιλέντ ή με τον Αλσέστ; Θα επιλέξει τις μετωπικές συγκρούσεις
που οδηγούν συχνά σε ρήξεις και απομόνωση ή τη σιωπηλή συγκαταβατικότητα, που άλλοτε
διαβάζεται ως δουλοπρέπεια -«η δουλοπρέπεια αποστροφή μου φέρνει» του λέει ο
Αλσέστ-, άλλοτε ως δειλία, άλλοτε ως σύνεση κι άλλοτε ως υπολογισμός;  

Ενα δίπολο που ύφανε αριστοτεχνικά ο Γιάννης Χουβαρδάς τόσο επί σκηνής,
όσο και επί των συναισθημάτων των θεατών.

Με αποκορύφωμα εκείνη την υπέροχης σύλληψης σκηνή, που ο Φιλέντ κατεβαίνει
στην πλατεία, ανακατεύεται με τους θεατές, τους πατάει σχεδόν, θέλοντας να δείξει με
πείσμα και απελπισία -προκειμένου  να μεταπείσει τον Αλσέστ- ότι η λύση δεν
είναι να αποφεύγουμε την κοινωνία, αλλά να ανακατευόμαστε μαζί της.

Ο άτεγκτος Αλσέστ έχει όμως αχίλλειο πτέρνα. Είναι ερωτευμένος, παθιασμένος με τη Σελιμέν (Αλκηστις Πουλοπούλου), ένα κορίτσι που επιθυμεί να αρέσει, γοητεύεται να μπερδεύει τους θαυμαστές της, είναι χειριστική, έχει όλα εκείνα τα οποία μισεί
ο Αλσέστ, ο οποίος όμως δεν μπορεί να γλιτώσει από το πάθος του.

Και έχει γύρω της τους θαυμαστές της (απολαυστικοί οι Κωνσταντίνος ΑβαρικιώτηςΛαέρτης Μαλκότσης και Δημήτρης Παπανικολάου, αντιπροσωπεύοντας ο καθένας διάφορες φιγούρες κενότητας και κομπορρημοσύνης, απολύτως αναγνωρίσιμες διαχρονικά) και διάφορες λυκοφιλίες,
όπως εκείνη με την πολυπρόσωπη και καπάτσα Αρσινόη (σπαρταριστή η Εμιλυ Κολιανδρή
ειδικά στη σκηνή που στοχεύει ένα μήλο στο κεφάλι της Σελιμέν. Το μήλον της έριδος;).

Μέσα σ’ όλο αυτό το σύμπαν υπάρχει και μια ακόμα γυναικεία παρουσία σχεδόν άυλη, «πέραν του κόσμου τούτου», η Ελιάντ (Ελενα Τοπαλίδου), η ξαδέλφη της Σελιμέν, εντελώς διαφορετική όμως. Θα μπορούσε να είναι ο θηλυκός αντίποδας του Αλσέστ (με τον οποίο είναι ερωτευμένη), αλλά δεν της το επιτρέπει η αγωγή της, η τάξη της και ο ψυχισμός της. Είναι όμως, ασφαλώς, μια διαφορετικότητα.

Ολο αυτό το σύμπαν ο Γιάννης Χουβαρδάς το παρουσίασε αναδεικνύοντας σε σωστές και πυκνές,
πολύ πυκνές ενίοτε, δόσεις, ταυτόχρονα και εναλλασσόμενα: το χιούμορ -που ενισχύεται από
σκηνικά ευρήματα, όπως εκείνες οι σκηνές με το θυροτηλέφωνο ή η παρουσία, σε βίντεο, του
Στάθη Λιβαθινού στο μπλουζάκι του Αλσέστ, σαν εικονομήνυμα, στο ρόλο του
εντεταλμένου της Αυλής· το απεγνωσμένο, αταίριαστο και αδιέξοδο πάθος του Αλσέστ
για τη Σελιμέν (αλλά μήπως ορίζεται το πάθος με υποδεκάμετρο;)·

την απρόβλεπτη τρυφερότητα και την αγωγή που μπορεί να έχουν και οι πιο απόλυτοι και
φαινομενικά απόκοσμοι άνθρωποι (σπαρακτική η σκηνή που ο Αλσέστ καλύπτει με το παλτό
του την ολόγυμνη Σελιμέν, αποκαθιστώντας τη στοιχειώδη ανθρώπινη αξιοπρεπεια).

Ολα αυτά ακροβατώντας διαρκώς ανάμεσα στην κωμωδία, στο δράμα και στα σημεία συνάντησης αυτών των δύο.

Είχε βασικούς συμμέτοχους τη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, ηθελημένα χαώδη και ανερμάτιστη, υπογραμμίζοντας απολύτως το τοπίο αυτής της αχαλίνωτης σύναξης. Είχε τα βίντεο του Παντελή Μάκκα (που άλλοτε θύμιζαν βωβό κινηματογράφο κι άλλοτε παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες), είχε την ομιλούσα κίνηση της Σταυρούλας Σιάμου, και βεβαίως είχε τις ερμηνείες των ηθοποιών που εμπιστεύτηκε. Ολων ανεξαιρέτως. Ολοι απέδωσαν εύστοχα τους χαρακτήρες του Μολιέρου.

Κι όλοι ανταποκρίθηκαν στη δύσκολη συνθήκη της έμμετρης απόδοσης του λόγου, μία από τις βασικές ιδιαιτερότητες αλλά και τέρψεις της παράστασης. Θα σταθώ ξεχωριστά -χωρίς να παραγνωρίζω τις υπόλοιπες ερμηνείες-  στον Γιάννη Βογιατζή, που με τις απλές του κινήσεις -όπως εκείνη που δίνει το χέρι στους καταρρακωμένους Αλστέστ και Σελιμέν-

μεταδίδει την ευαισθησία και το σκηνικό του ήθος, σκιαγραφώντας και τους ανθρώπους που σιωπηλά είναι δίπλα μας· στην Αλκηστη Πουλοπούλου (από τους καλύτερους και πιο απαιτητικούς ρόλους της)· στον Χρήστο Λούλη (απέδειξε για άλλη μια φορά το ερμηνευτικό του εύρος, και απέδωσε με εξαιρετική μαεστρία και ευαισθησία τον Φιλέντ)· και φυσικά τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Που ερμηνεύει και απαγγέλλει, που απαγγέλλει, ερμηνεύει και σκιαγραφεί έναν
Μισάνθρωπο με τον οποίο ταυτίζεσαι και θαυμάζεις και μαζί λυπάσαι για τις απελπισμένες
επιθέσεις του, για το ότι μένει μόνος, για τις απογοητεύσεις του. Λυπάσαι τελικά γι’ αυτό που το
συγκλονιστικό κείμενο του Μολιέρου περιγράφει: για την αέναη πάλη του ιδεαλισμού, κόντρα
στην ευελιξία (την απαραίτητη), κόντρα στη φαυλότητα (την πανταχού παρούσα).

Διαβάζω στο πρόγραμμα της παράστασης, ένα από τα πλέον πλήρη προγράμματα του
Εθνικού, σαν μικρό σεμινάριο για τον Μολιέρο είναι (υπεύθυνη η Ερι Κύργια και γι’ αυτό
όπως και για τη δραματουργία της παράστασης), ότι ο Αλσέστ «διαβάζεται»
παραστασιακά είτε ως ευγενής ιδεαλιστής είτε ως φιγουρατζής και εγωιστής.

Ως απεγνωσμένο «αυτόχειρα» ιδεαλιστή τον παρουσιάζει ο Γιάννης Χουβαρδάς σε
μια παράσταση, μεστή, πλήρη, σύγχρονη. Και ο δικός του Μισάνθρωπος, ο δικός του Αλσέστ,
ο Μιχάηλ Μαρμαρινός, αποτυπώνει σπαρακτικά και γοητευτικά αυτή την άποψη.

popaganda.gr

Continue Reading
Advertisement