Connect with us

Entertaiment

Νεκτάριος Νικολόπουλος: «Πούλησα ότι είχα και δεν είχα για να κάνω το πρώτο μου μαγαζί»

Νεκτάριος Νικολόπουλος: «Πούλησα ότι είχα και δεν είχα για να κάνω το πρώτο μου μαγαζί»

“Μετάνιωσα που δεν αγόρασα το μαγαζί της Φτελιάς” παραδέχεται, μέσα σε όλα, ο Νεκτάριος Νικολόπουλος.

Ο πρόεδρος του σωματείου BA.RE.CA και σύζυγος της Κατερίνας Λάσπα, Νεκτάριος Νικολόπουλος παραχώρησε μια
συνέντευξη γεμάτη… Μύκονο στο mykonospost.gr και τον δημοσιογράφο Μαρίνο Βυθούλκα. «Στη Μύκονο
νιώθω πως έχω ζήσει όλη μου τη ζωή» παραδέχεται μέσα σε όλα.

«Ψαρεύοντας» τουρίστες στο λιμάνι!

Η πρώτη φορά που επισκέφθηκε τη Μύκονο ως τουρίστας ήταν το 1990. «Πήγα διακοπές με φίλους κι έμεινα σε σκηνή στο
camping του Paradise. Λίγο πριν φύγω για Αθήνα, είπα στον εαυτό μου πως σε αυτό το νησί δεν πρόκειται να
ξαναπάω ποτέ. Από τότε που το είπα, μέχρι και σήμερα που μιλάμε, δεν
σταμάτησα ποτέ να πηγαίνω», λέει γελώντας. Μέχρι και το 1996,
επισκεπτόταν τη Μύκονο ως τουρίστας, ενώ το 1997 έπιασε την πρώτη του δουλειά. «Δούλευα σε ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Ουσιαστικά υποδεχόμουν τους τουρίστες στο λιμάνι και κρατούσα μια ταμπέλα που έλεγε Rooms to Let. Ήμουν καλός
και για να είμαι ειλικρινής, έπειθα περισσότερο τις τουρίστριες να νοικιάσουν τα δωμάτιά μας. Ο εργοδότης μου, μου είχε δώσει ένα δωμάτιο δίπλα σε μια πέτρινη αποθήκη.
Ήταν τόσο δροσερό, που δεν χρειαζόταν καν να ανάψεις το air condition. Καθημερινά λοιπόν, έπαιρνα το αγροτικό με την ταμπέλα Rooms to Let και ψάρευα τουρίστες από το λιμάνι,
για να τους πάω στο ξενοδοχείο που μου παρείχε δωρεάν διαμονή. Αυτό ήταν κάτι που έκανα για τρια καλοκαίρια». Το 2000, η Μύκονος και γενικά η Ελλάδα είναι στα καλύτερά της.

Εκείνος, εργάζεται στην υποδοχή του νυχτερινού κέντρου La Notte.

«Τα συγκεκριμένα μπουζούκια αποδείχθηκαν φυτώριο για ορισμένους από εμάς, που από υπάλληλοι κάναμε τα δικά μας μαγαζιά.
Θα σου πω χαρακτηριστικά πως εκείνη την εποχή δουλεύαμε μαζί με τον Γιάννη Μωράκη, ο οποίος ήταν μετρ και είχε και ένα ποσοστό στο μαγαζί. Μάλιστα, μοιραζόμασταν
και το ίδιο δωμάτιο ως εργαζόμενοι», εξηγεί. Από το La Notte πέρασαν αρκετοί τραγουδιστές. Θυμάται άραγε κάποιο από τα πρώτα ονόματα εκείνης της εποχής; «Στο La Notte
ήταν όλοι πρώτα ονόματα. Ο κάθε τραγουδιστής που ερχόταν, ένιωθε πρώτο όνομα. Είχε τα πούρα του, τα ακριβά ρολόγια, τα μεγάλα κομπολόγια, τα εντυπωσιακά αυτοκίνητα.

Επίσης, απαιτούσαν και από εμάς να τους αντιμετωπίζουμε ως star. Θυμάμαι πως κάθε βράδυ γινόταν μάχη για το ποιός
θα κάτσει στο πρώτο τραπέζι. Το τι έχουν δει τα μάτια μου από το 2000 έως και το 2004 σε αυτό το μαγαζί δεν λέγεται. Θα σου πω μόνο ότι υπήρχε ένας ελληνοαμερικάνος
επιχειρηματίας από το Las Vegas που έμπαινε μέσα στο μαγαζί με το μαγιό, ένα φουλάρι στο κεφάλι, που του άρεσε να περπατάει πάνω από τα τραπέζια των άλλων.

Για να φτάσει στο πρώτο τραπέζι, πήδαγε πάνω από όλα τα τραπέζια. Παράλληλα, γέμιζε όλα τα τραπέζια με άμμο
που έφευγε από τα πόδια του. Ήταν, όμως, από τους καλύτερους πελάτες. Έριχνε βουνά από λουλούδια.
Οι σακούλες και τα τελάρα δεν προλάβαιναν να γεμίσουν».

Το μεγάλο βήμα και η επιτυχία του Solymar

Ο Νεκτάριος Νικολόπουλος θα παραμείνει στο La Notte μέχρι και το 2004. «Το χειμώνα εργαζόμουν στο
La Notte της λεωφόρου Κηφισίας στο Μαρούσι και το καλοκαίρι ήμουν στη Μύκονο», συμπληρώνει εκείνος. Το χειμώνα του 2004 αποφασίζει να κάνει το επόμενο μεγάλο
βήμα και να ανοίξει το πρώτο του μαγαζί στην Αθήνα (σ.σ: Ten), ενώ το καλοκαίρι του 2005 αναλαμβάνει το εστιατόριο Solymar στο Καλό Λιβάδι. «Πούλησα ότι είχα και δεν είχα
για να κάνω το πρώτο μου μαγαζί. Ουσιαστικά, είχα άγνοια κινδύνου. Όταν έγινε το Solymar, στην αρχή για να κάνουμε οικονομία, έπαιζα και εγώ μουσική. Αυτό
που μας διαφοροποίησε από τους υπόλοιπους, είναι πως ξεκινήσαμε να παίζουμε ελληνικά τραγούδια στην παραλία. Φτάσαμε στο σημείο από τις 18:00 το απόγευμα και μετά,
να μαζεύουμε όλο το νησί στο Solymar. Έφευγαν από το Caprice και τη Χώρα κι έρχονταν σ’ εμάς.

Όλοι ήξεραν στη Μύκονο πως μετά τις 18:00, το Solymar κάνει party. Τα καλά χρόνια, ξεκινούσαμε το
μαγαζί Απρίλιο και τελειώναμε τον Οκτώβρη». Ένα μεγάλο κομμάτι εκείνης της επιτυχίας, ανήκει και στον
ίδιο τον Νεκτάριο, που με την ευγένεια και το χαμόγελό του, έκανε τους
πάντες να αισθάνονται άνετα λες και βρίσκονταν στη βεράντα του σπιτιού τους.

«Ήμουν απλά ο εαυτός μου. Αληθινός και ανθρώπινος. Τότε δεν κοιτούσαμε να στραγγίξουμε
τον κόσμο οικονομικά. Ξέρεις, η Μύκονος είναι σαν μια αγελάδα. Όλοι μπορεί να θηλάζουν από τα στήθη της. Το θέμα είναι πως όταν βυζαίνεις, δεν πρέπει να το τερματίζεις, διότι
θα στερέψει η παραγωγή. Θέλει διαλείμματα. Ούτε βέβαια να την σφάξεις, επειδή μετά τελείωσε η ιστορία. Για να είμαι ειλικρινής, υπάρχουν αρκετοί αυτή τη στιγμή
που δραστηριοποιούνται στο χώρο της εστίασης στη Μύκονο που δεν την πονάνε και δεν έχουν αυτή την αγάπη που έχουμε εμείς για το νησί», λέει με ειλικρίνεια.

Η δεκαετία της Φτελιάς και η Φάρμα του Νεκτάριου

Το 2008, μαζί με τον συνέταιρό του Παύλο Γιαβή, παίρνουν τη μεγάλη απόφαση να φύγουν από το Solymar. Μολονότι έχουν
προτάσεις να αναλάβουν χώρους σε πιο κοσμικές παραλίες και εμπορικά σημεία στο νησί, εκείνοι ρισκάρουν και ανοίγουν ένα εστιατόριο στο αριστερό κομμάτι της Φτελιάς.
«Τότε δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Μας έλεγαν τρελούς που ανοίγουμε μαγαζί στη Φτελιά. Η Φτελιά, όμως, ήταν 100% δικιά μας και η δημιουργία ενός χώρου από την
αρχή ήταν κάτι που μας ιντρίγκαρε. Επίσης, είχαμε την δυνατότητα να κάνουμε και ορισμένα “πειράματα” στη Μύκονο, διότι είχαμε το χειμώνα τα μαγαζιά μας στην Αθήνα. Οπότε,
αυτά που βγάζαμε το χειμώνα, τα επενδύαμε στη Μύκονο το καλοκαίρι. Τη Φτελιά την αγαπήσαμε. Την καθαρίσαμε και της δώσαμε το δικό μας στίγμα.
Δεν βάλαμε ποτέ ξαπλώστρες και ομπρέλες, παρά μόνο ορισμένα πουφ.

Υπήρχε μια παρεΐστικη διάθεση και φυσιολογικές τιμές. Αυτό ήταν κάτι που εκτιμήθηκε από τον κόσμο που μας γνώρισε
και μας είχε αγαπήσει από το Καλό Λιβάδι κιόλας», λέει με ειλικρίνεια. Το μαγαζί στην Φτελιά θα το κρατήσουν μέχρι και το καλοκαίρι του 2018. «Τελείωσε το συμβόλαιο που είχαμε
με τον ιδιοκτήτη και δεν επιθυμούσε να το ανανεώσουμε, διότι ήθελε να το δώσει σε έναν επιχειρηματία να το κάνει club. Ο επιχειρηματίας αγόρασε το οίκημα και το έκανε club.

Η γνώμη μου είναι πως το συγκεκριμένο σημείο θέλει σεβασμό. Από Φτελιά έγινε ‘’τσιφτετελιά’’.
Είμαι της άποψης πως πρέπει να αφουγκράζεσαι την περιοχή, την αισθητική της και τις ανάγκες της.

Η Φτελιά είναι μια παραλία που την χτυπάει ο βοριάς. Ο βοριάς είναι αποτρεπτικός σε ότι έχει να κάνει με club, φτερά και πούπουλα.
Γι’ αυτό είπα και προηγουμένως πως πρέπει να σεβόμαστε το κάθε σημείο», ξεκαθαρίζει. Παρότι το καλοκαίρι του 2018 ολοκληρώθηκε η επιτυχημένη δεκαετία του μαγαζιού Ftelia, ο
Νεκτάριος εξακολουθεί να δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στη Μύκονο, καθώς από το 2017 έχει ανοίξει στην ίδια παραλία το εστιατόριο Φάρμα. «Πρόκειται για ένα εστιατόριο
που έχει το δικό του μποστάνι. Οπότε, πολλές από τις πρώτες ύλες είναι δικές μας. Κόβουμε λαχανικά και τα μαγειρεύουμε. Από την παραγωγή στη κατανάλωση», εξηγεί.

Οι γυναίκες της ζωής του

Η Μύκονος έχει σημαδέψει τον Νεκτάριο τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο, καθώς εκεί γνωρίστηκε με την σύζυγό του,
Κατερίνα Λάσπα, με την οποία έχουν αποκτήσει δυο υπέροχες κόρες, την Σάρα και την Ανδριανή. «Στη Μύκονο νιώθω πως έχω ζήσει όλη μου τη ζωή. Ανάμεσα σε Πάνορμο,
Φτελιά και Άγιο Σώστη. Η Σάρα έκανε τα πρώτα της βήματα και το πρώτο της μπάνιο στην παραλία της Φτελιάς.

Όσον αφορά την Κατερίνα, όλα τα σημαντικά που έγιναν ανάμεσά
μας, συνέβησαν εκεί. Γνωριστήκαμε στο Solymar και πιο συγκεκριμένα στην παραλία το 2006. Δεν την ήξερα ως παρουσιάστρια, διότι δεν έβλεπα ιδιαίτερα τηλεόραση, αλλά μου
άρεσε πολύ σαν γυναίκα και την φλέρταρα. Έτσι έγινε η γνωριμία μας και από τότε κολλήσαμε. Στη Μύκονο της έκανα και πρόταση γάμου, σε μια ψαροταβέρνα», λέει γελώντας.

Ο Νεκτάριος και η Κατερίνα παντρεύτηκαν στον Άγιο Σώστη. Τον Αύγουστο του 2010 γεννήθηκε η Σάρα,
ενώ σχεδόν επτά χρόνια μετά, τον Μάιο του 2017 ήρθε στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, η Ανδριανή. Παρότι στη Μύκονο δραστηριοποιείται
πολλά χρόνια, δεν αγόρασε ποτέ δικό του σπίτι. Είναι κάτι που μετανιώνει; «Μετάνιωσα που δεν αγόρασα το μαγαζί της Φτελιάς», αρκείται να πει.

Από το 2016 είναι πρόεδρος του BA.RE.CA, του σωματείου που εκπροσωπεί τα μπαρ, τα εστιατόρια και τις καφετέριες της χώρας.

Η πανδημία του κορωνοϊού έπληξε την εστίαση, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κλάδο. «Θεωρώ πως τον Ιούνιο θα παραμείνουν οι ισχύουσες απαγορεύσεις και
περιορισμοί και από τον Ιούλιο θα αρχίσουν να αίρονται. Κακά τα ψέματα, αυτοί οι 15 μήνες άλλαξαν πολλά πράγματα στην καθημερινότητά μας και η εστίαση έπεσε σε ένα
μεγάλο λάκκο. Η εστίαση, όμως, είναι στο DNA μας και πρέπει να το αποδεχτούμε όλοι. Η κυβέρνηση πρέπει να υποστηρίξει την εστίαση και να την βοηθήσει. Βλέπω πως
υπάρχει καλή θέληση και θεωρώ πως θα μας στηρίξουν. Ο τουρισμός και η εστίαση είναι ένα. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο το καλύτερο για όλους μας».